Ο Αθανάσιος ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ γεννήθηκε στη Σαντορίνη το 1912 και ως το 2002 που πέθανε, έζησε ως γνήσιος ρεμπέτης. Το 1997 κυκλοφόρησε για λογαριασμό του η βιογραφία του με τίτλο "ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ". Προσεχώς θα ακολουθήσει εκτενές άρθρο για τη ζωή του, πρός το παρόν όσοι θέλουν να μάθουν ορισμένα πράγματα γι' αυτόν ας επισκεφτούν τις παρακάτω διευθύνσεις:
1.
http://rebetcafe.blogspot.com/2008/02/blog-post_12.html
2.
forum/viewtopic.php?p=5756&sid=ff9a50f8 ... d4b046a030
3.
http://www.rebetiko.gr/arthra.php?artic ... E%B5%CE%AF
Στο θέμα μας τώρα...ο Αθανασίου αναφέρει αρκετές ιστορίες στη βιογραφία του, ορισμένες από αυτές έχουν θέση εδώ.
"Έχω πάει και μένω με τον Μπαγιαντέρα σε μια μάντρα στην Καλλιθέα. Εκεί παλιά είχανε άλογα και στο βάθος ήτανε το καμαράκι του φύλακα. Είχε δυο δωματιάκια μικρά, χαμηλά, την κουζίνα και τ' αποχωρητήριο. Μπροστά στην πόρτα είχε από κάτω μια στέρνα. Επήγα λοιπόν να του κάνω παρέα κι έμενε αυτός στο ένα καμαράκι κι εγώ στο άλλο με τη Κρητικιά. Έτσι ζούσα μαζί της, χωρίς στεφάνια, χωρίς τίποτα. Αυτά είναι όλα κοροϊδίες. Να σε τρώνε οι κοπρίτες. Πρώτη κλάση. λέει. θες γάμο ή δεύτερη;
Μια φορά μου λέει ο Μπαγιαντέρας: «Θανάση, αύριο το πρωί, στις 9 θα με πας στην Αθήνα να δώ για κάτι τραγούδια;».
- Θα σε πάω.
Ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα του, τον πήρα να φύγουμε. Οπότε μου λέει: «Πριν πάμε στην Αθήνα, εδώ πιο κάτω, σε κάτι σοκάκια είναι ένας τεκές».
-Τι θέλεις τώρα;
-Να πα να πιούμε έναν ναργιλέ!
-Πάμε.
Με το εσωτερικό μάτι μου έδειξε που ήτανε, βρήκαμε το τεκέ. μπήκαμε μέσα. Ο ντεκετζής εκεί είχε το χασίσι, το τουμπεκί, σου 'φιαχνε το ναργιλέ και στον έφερνε και φουμάριζες. Ο χώρος μέσα είχε καθίσματα σαν του σχολείου, θρανία, και ντενεκέδες χάμου με νερό για να φτύνεις. Γιατί ο ναργιλές, άμα φουμάρεις, ό,τι έχεις μέσα σου βρώμικο το βγάζεις. Το χασίσι περνάει βλέπεις μέσα απ' το νερό και φιλτράρεται κι αυτό που έρχεται σε σένα απ' το λουλά είναι ο καπνός. Κείνος ο καπνός, είναι τόσο φιλτραρισμένος που σου κάνει καθαρισμό μέσα σου και τα βγάζεις όλα. Γι’ αυτό είχανε και τους ντενεκέδες με το νερό.
Μετά απ’ το τεκέ έβλεπα το Μπαγιαντέρα, είχε φουμάρει καλά, και την είχε λίγο δει αλλιώς. Τι να κάνα όμως, παίρνουμε το λεωφορείο για την Αθήνα. Μόλις μπήκαμε ήτανε γεμάτο και βαστιόμα¬σταν όρθιοι. Αφού προχώρησε λιγάκι, κάνα δυο στάσεις πριν την Ομόνοια, είδα τον Μπαγιαντέρα που κιτρίνισε. Μου λέει: «Θέλω να τα βγάλω»
-Τι! Παναγία μου, τι να βγάλεις εδώ μέσα, με τόσο κόσμο θα φάμε ξύλο. Βαστήξου να πάμε στη στάση κι εντάξει θα σε κανονίσω.
Τον είχε πειράξει, βλέπεις, στο στομάχι. Μόλις κατεβαίνει το πρώτο σκαλί, ήταν μπροστά του ένας τσολιάς που πήγαινε ν' ανέβει στο λεωφορείο. Φόραγε άσπρα ρούχα και κόκκινο φέσι. Να έβλεπες μετά πώς τον έκανε ο Μπαγιαντέρας! Του τ' αμόλησε όλα πάνω του. Τον κακομοίρη, τον λυπήθηκα! Ευτύχιος που έκοψε αμέσως το μυαλό μου και του λέω: «Συγγνώμη, αλλά ο άνθρωπος είναι άρρωστος, τον πάω στο νοσοκομείο».
Έχουμε όλοι ελαττώματα, γι' αυτό λέμε. πως μόνο αν φύγει ο άνθρωπος απ' τη ζωή φεύγουνε τα χούγια του, και γλιτώσαμε το ξύλο. Ο τσολιάς το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να πάρει ένα ταξί και να πάει εκεί που ήθελε, να τα βγάλει και να φορέσει άλλα. Ξέρεις πώς τον έκανε; Δε λες τίποτα, αδερφάκι, μου!
Γυρίσαμε σπίτι, τον έβαλα, πλάγιασε. Είχε και την κυρά του. Δέσποινα τη λέγανε, ήταν Ρωσίδα. Δούλευε δούλα σ' ένα γιατρό, κάτω στου Βρυώνη. Ήταν ωραία κοπέλα. Όταν την αγάπησε ο Μπαγιαντέρας, έβλεπε ακόμα και πήγαινε και της έκανε καντάδες. Τη σκλάβωσε και παντρευτήκανε. Καλή γυναίκα. Κάνανε κι ένα παιδί, ένα αγόρι, αλλά δε βγήκε καλό.
Είχαμε και τις πενιές μας. Αυτός βέβαια δεν ξεκολλάνε απ' το κρεβάτι, ήταν αόμματος. Το φως του το είχε χάσει όταν έπαιζε στο Μαρούσι. Στο πάλκο απάνω έχασε το φως του. Πάνω στο πάλκο που έπαιζε άξαφνα λέει: «ρε, δεν βλέπω, έχω χάσει το φως μου δεν βλέπω». Ε, αυτό ήτανε. Δεν ξαναείδε. Τον πήγανε στους γιατρούς όλους, του είπανε, οτι επειδή ήτανε πρεζάκιας καμιά δεκαριά χρό¬νια, η πρέζα του έκαψε τις αρτηρίες των ματιών. Καθότανε εκεί με μια κιθάρα κι ένα μπουζούκι, κι όλο έπαιζε και μαστούριαζε... Η Δέσποινα ήτανε που τραβιότανε από 'δω κι από "κει. Και στη δουλειά και. στο σπίτι. Άκουσα από το Μπαγιαντέρα και είδα. Δεν μπορώ να πω ψέματα. Αλλά έπαιζα τότε.
Εξάλλου ο Μπαγιαντέρας δε μου είχε φερθεί καλά. Παλιά στο Χατζηκυριάκειο πούλαγε, ένας ένα μαντολίνο. Εγώ που είχα λαχτάρα να μάθω μπουζούκι πήγα και το πήρα. Κι αυτό ήτανε χάλια. Μαντολίνο με άλλο χέρι... Θυμάμαι τη πρώτη φορά που πήγα στο σπίτι του και του λέω: «ρε Μήτσο πήρα τούτο 'δω και θα σε παρακαλέσω αν μπορείς να μου δείξεις κάτι, ν' αρχίσω να παίζω». Το θυμάμαι σαν να είναι τώρα. Είχαμε κάτσει. Μου λέει «για πιάσ' το». Το 'πιασα.
-Για κάνε πως παίζεις.
Έκανα εκεί πέρα κάτι. Ε, αφού δεν ήξερα, τί να 'κανα;
-Α, δε μαθαίνεις, μου λέει.
Εγώ δεν κατηγοράω πια κανέναν άνθρωπο στη ζωή. Δεν έφταιγε αυτός που έδειξε ότι δεν ήθελε να μάθει άλλος στο Χατζηκυριάκειο, να μη βγει, να μην παίξει! Γεννιέται ο άνθρωπος. Ο μάστορας φταίει. Τί φταίει ο Μπαγιαντέρας που έκανε το λάθος.
Ο Μπαγιαντέρας μέχρι τραγούδια μου "κλέψε. Του 'χα δώσει ένα τραγούδι να το πάει στην εταιρεία. Ένα καλό τραγούδι. Και το πάω κι εγώ μετά από λίγες μέρες και μου λένε: «αυτό το έφερε ο Μπαγιαντέρας». Κι ήτανε δικό μου.
Στην ΟDEON πηγαίναμε ήταν δυο μαέστροι εκεί, τους θυμάμαι, ήτανε ένας λεγότανε Περιστέρης και ο Μάτσας, ήτανε τα κουμάντα αυτοί, αρχίσαμε, είχα δώσει τρία τραγούδια. Τα βγάλανε. Το ένα το τραγούδησε ο Στράτος. Μετά μεσολάβησε ο πόλεμος. Εκεί σταματήσανε όλα. Μείνανε και κάτι τραγούδια απάνω. Ποιος θα κοίταγε τραγούδια.